Συνέντευξη: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

Home » Συνέντευξη: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

Συνέντευξη στον Θανάση Ν. Αρβανίτη

Η Κατερίνα Κουτσογιαννοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε θέατρο. Έχει ζήσει στο Παρίσι-Λονδίνο-Άμστερνταμ. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές: “Το Ταξίδι”, (ποιήματα 1967-1972) Αθήνα 1972, “Στον αιώνιο εραστή (ποιήματα 1977-1980)” Αθήνα 1982, “Γήινες στιγμές” (ποιήματα 1979-1989) Αθήνα 1989- Εκδόσεις Κονιδάρη, “Το ταξίδι της επιστροφής” (ποιήματα 1989-1994) Αθήνα 1995 – Εκδόσεις Κονιδάρη, “Πτερόεντες εν τη Ερήμω”, Αθήνα 2016 – Εκδόσεις Ίδμων. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί και παρουσιαστεί σε περιοδικά ποιητικές συλλογές και στο ραδιόφωνο.

  • Κυρία Κουτσογιαννοπούλου, τον τελευταίο καιρό – λόγω της δημοφιλούς τηλεοπτικής σειράς της ΕΡΤ “Η Παραλία” – το νεανικό κίνημα των hippies της δεκαετίας του 60 και τα Μάταλα της Κρήτης είναι ξανά στην επικαιρότητα. Εσείς επισκεφτήκατε τα Μάταλα το 1967. Πώς βρεθήκατε εκεί και πόσο καιρό μείνατε στην περίφημη χίπικη παραλία της Κρήτης;

Πώς βρέθηκα εκεί; Την εποχή εκείνη σπούδαζα θέατρο στη σχολή Γρηγόρη Βαφιά και με κάποιους συμμαθητές συχνάζαμε στην Πλάκα. Εκεί γνώρισα κάποιους ξένους ταξιδευτές που μου περιέγραψαν την ομορφιά της Κρήτης. Έτσι παράτησα τη σχολή και σαν ταξιδιάρικο και ανεξάρτητο πνεύμα που ήμουν, και είμαι ακόμα, πήρα το καράβι και έφθασα Ηράκλειο. Εκεί σ΄ ένα youth hostel  έμαθα για τα Μάταλα και τις σπηλιές. Στα Μάταλα έμεινα γύρω στους τρεις μήνες.

  • Έχετε παρακολουθήσει τη συγκεκριμένη σειρά; Αν ναι, ποια είναι η γνώμη σας για τον τρόπο που αποτυπώνει την παρουσία των hippies – τα  “Παιδιά των Λουλουδιών”, όπως τα αποκαλούσαν τότε στην Ελλάδα – στις σπηλιές των Ματάλων την περίοδο εκείνη;

Ναι την έχω παρακολουθήσει . Μερικές φορές γελάω με την αφέλεια ορισμένων σκηνών, όπως κάποια πάρτι που κάνουν και χορεύουν λες και βρίσκονται σε παλιά ελληνική ταινία. Ακόμα και ενδυματολογικά δεν μου θυμίζουν το χίπικο τρόπο ντυσίματος .  Πού είναι τα χρώματα, τα όμορφα αέρινα μακριά φορέματα τα λουλούδια στα μαλλιά;  Επίσης, η συμπεριφορά των hippies στη σειρά, είναι πιο πολύ ελληνικής νοοτροπίας. Τι σχέση μπορεί να έχουν οι κανόνες και το  αρχηγιλίκι με ανθρώπους που θέλουν να ζουν ελεύθεροι; Επίσης, πρώτη φορά βλέπω τόσους πολλούς καταθλιπτικούς hippies !!! 

Η σειρά δεν εστιάζεται στους hippies γιατί σαφώς δεν μπορεί. Πρέπει να έχεις ζήσει την εποχή για να μπορείς να αποδώσεις σε μια σειρά, τον τρόπο ζωής, τη συμπεριφορά και μια πιο ουσιαστική προσέγγιση  στη νοοτροπία και τον ψυχισμό των ανθρώπων που ζούσαν στις σπηλιές εκείνη την εποχή. Η ουσία της σειράς δεν είναι τα Μάταλα και οι χίπις. Είναι μια ακόμη ιστορία διαφορετικών ανθρώπων που θα μπορούσε   να εξελίσσεται οπουδήποτε. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο και δεν γνωρίζω αν η συγγραφέας έχει ζήσει εκεί ή απλά έχει ακούσει τι συνέβαινε.  Δεν ξέρω αν η σειρά ακολουθεί το βιβλίο, αλλά ο τίτλος Παραλία  που παραπέμπει στα Μάταλα  είναι διαφορετικός από τον τίτλο του βιβλίου και νομίζω ότι έχει γίνει έτσι, για να υπάρξει, όπως όλοι αντιλαμβανόμαστε, η αναμενόμενη τηλεθέαση λόγω Ματάλων.

Μου κάνει εντύπωση, στη σειρά, η συμπεριφορά της Κρητικοπούλας προς τον πατέρα της. Δεν νομίζω ο Κρητικός εκείνης της εποχής να ανεχόταν να του λέει η κόρη του «δεν μπορείς να επεμβαίνεις στην ερωτική μου ζωή». Εγώ μιλούσα στον πατέρα μου στον πληθυντικό !

Το χωριό Μάταλα, την εποχή εκείνη, ήταν ένα μικρό φτωχό χωριό πολύ συντηρητικό  αλλά και πολύ φιλόξενο. Υπήρχαν βέβαια και οι πονηροί και οι εκμεταλλευτές, όπως παντού. Όσον αφορά τους hippies , ελάχιστοι ήταν αυτοί που πραγματικά ήταν άτομα ελεύθερα που ήθελαν να δημιουργήσουν έναν καινούργιο κόσμο, βασισμένο στην ελευθερία και στην αγάπη.

Η εποχή έχει ωραιοποιηθεί αλλά και έχει στοχοποιηθεί σε σχέση με το ελεύθερο σεξ και τα ναρκωτικά.

Προσωπικά έχω ακόμα τη γεύση από τη θάλασσα, ακούω το Ρέκβιεμ  και νοιώθω την ίδια ανάταση ψυχής, όπως τότε.

  • Στο ντοκιμαντέρ Hippie Hippie Matala! Matala! ο Γερμανός βετεράνος χίπη των Ματάλων και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Ντόρτμουντ  κ. Elmar Winters-Ohle- αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: «Είχαμε εδώ ανθρώπους από τη Γερμανία, από τον Καναδά, από τη Γαλλία, από το Βέλγιο, από την Ολλανδία, από τη Σκανδιναβία θυμάμαι καλά… και ήταν και μία Ελληνίδα… εξαίρεση… μία Κατερίνα… ήταν ποιήτρια… Στο μεταξύ έχει γράψει μερικά βιβλία, τα έχω διαβάσει κιόλας. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι τα μεσημέρια που ήμασταν εδώ, που ήταν ησυχία, ακούγαμε από τη σπηλιά της κλασική μουσική, το ‘Ρέκβιεμ’ του Μότσαρτ…» Προφανώς, ο Έλμαρ  αναφέρεται σε εσάς. Αναπολώντας, ποιες θα λέγατε ότι ήταν οι δυνατές (κορυφαίες) στιγμές  κατά την παραμονή σας στα Μάταλα αλλά και ποιες – αν υπήρξαν – οι πιθανές απογοητεύσεις που νοιώσατε;

Ναι, ο Έλμαρ αναφέρεται σε μένα. Ήταν πραγματικά έκπληξη για μένα να ακούω έναν Γερμανό να μιλάει τόσο καλά Ελληνικά. Τον Έλμαρ τον συνάντησα ξανά μετά από είκοσι χρόνια στην Ήπειρο, στο Τσεπέλοβο. Δυστυχώς δεν τον είδα τη φορά της επανασύνδεσης των hippies στα Μάταλα γιατί δεν πήγα.

Επίσης, μού προτάθηκε να συμμετέχω στο ντοκιμαντέρ Hippie –hippie- Μάταλα ! Μάταλα ! αλλά δεν ήθελα να πάρω μέρος  στο μνημόσυνο του παρελθόντος.

Τα Μάταλα ήταν μοναδική εμπειρία! Δεν μπορεί να ειπωθεί με λέξεις. Θα μπορούσε να είναι ένας παράδεισος, αν δεν υπήρχε το στενόμυαλο κουσούρι της «τότε» Ελληνικής νοοτροπίας. Απογοήτευση αποτέλεσε η συμπεριφορά μερικών από τους ντόπιους, αλλά δικαιολογείται. Ήταν φυσικό να έχουν την αντίδραση που είχαν. Ένας άλλος κόσμος είχε εισβάλλει στον δικό τους, τον προστατευμένο, τον συμβατικό. Έπρεπε να αντιδράσουν.

  • Αλήθεια, ποιους δίσκους και ποια βιβλία είχατε πάρει μαζί σας στα Μάταλα;

Είχα μαζί μου τους δίσκους με τη μουσική που μεγάλωσα. Το Requiem του Μότσαρτ, την ενάτη του Μπετόβεν καθώς και Μπαχ. Στα ταξίδια μου είχα πάντα μαζί μου το βιβλίο του Καζαντζάκη «Ο φτωχούλης του Θεού».

  • Το να βρεθεί στο χίπικο περιβάλλον των Ματάλων μια νέα κοπέλα μόνη της ήταν σίγουρα κάτι το ιδιαίτερο (πρωτόγνωρο ίσως) στην Ελλάδα του 1967. Αλληλοεπιδράσατε με τους ντόπιους το διάστημα που ήσασταν εκεί; Αν ναι, ποια ήταν η αντιμετώπιση που είχατε από την τοπική κοινότητα; Πιο συγκεκριμένα, διαπιστώσατε διαφοροποιήσεις στη συμπεριφορά των ντόπιων απέναντί σας, ως η μοναδική Ελληνίδα, σε σχέση με τα υπόλοιπα μέλη της πολυεθνικής κοινότητας των Ματάλων;

Τότε δεν γνώριζα ότι ήταν κάτι ιδιαίτερο. Ήμουν ένας ταξιδευτής όπως πολλοί άλλοι. Το πρόβλημα ήταν ότι έτυχε να βρίσκομαι εκεί την 21η Απριλίου του 1967 και αυτό μου δημιούργησε κάποιο πρόβλημα με την αστυνομία και όχι με τους ντόπιους. Υπήρξαν βέβαια κάποια προβλήματα κυρίως με κάποιους από τα γύρω χωριά που ερχόντουσαν να δουν τους χίπις στα Μάταλα. Δεν είχα πολλά-πολλά με τους ντόπιους. Αν έκανα παρέα με κάποιους, ήταν με τους ξένους. Προτιμούσα να ακούω μόνη μου μουσική, να γράφω καθισμένη στην άκρη της σπηλιάς, παρέα με τη θάλασσα. Θυμάμαι ότι υπήρχαν δύο καφέ στην παραλία. Εγώ πήγαινα στο καφέ του Ξενοφώντα. Εκεί, φτιάχναμε πατάτες τηγανιτές με αυγά και τρώγαμε. Ο Ξενοφών  είχε δύο μικρά κοριτσάκια. Το ένα ήταν σαν αγρίμι. Ερχόταν στη σπηλιά καθόταν σε μιαν άκρη και με κοιτούσε. Δεν μιλούσε ποτέ. Θυμάμαι ότι της είχα χαρίσει μια τεράστια κούκλα που μου είχε φέρει ο αδελφός μου, ο Στέφανος, από κάποιο ταξίδι του. Θυμάμαι ακόμα την έκφραση του κοριτσιού, αυτή τη γεμάτη χαρά και έκπληξη. Προφανώς δεν είχε ξαναδεί τόσο μεγάλη κούκλα.  

Το καφέ Mermaid δεν το θυμάμαι. Υπήρχε ένα ακόμη καφέ που ίσως αργότερα το ονόμασαν Mermaid. Μια μέρα ο ιδιοκτήτης μου έκανε την πρόταση να είμαι στο μαγαζί και να του φέρνω τους hippies . Αρνήθηκα βέβαια. Οι ντόπιοι που είχαν οικονομικά συμφέροντα ήταν λίγο πιο συμφεροντολόγοι. Πρέπει όμως να πω ότι ταξιδεύοντας σε όλη την Κρήτη συνάντησα πολλούς καλούς και φιλόξενους ανθρώπους. Βέβαια, υπήρχαν και οι άλλοι που εκμεταλλεύονταν καταστάσεις.       

  • Γνωρίζουμε ότι, στην κοινότητα των Ματάλων, υπήρχε έντονη η αίσθηση της αδελφότητας (brothers and sisters). Ωστόσο, ποια επωνυμία σας εξέφραζε για να δηλώσετε την ταυτότητά σας ως μέλη αυτής της κοινότητας; Αποδεχόσασταν και χρησιμοποιούσατε μεταξύ σας τον χαρακτηρισμό “hippies”;

Δεν μπορώ να γνωρίζω αλλά και δεν θυμάμαι πώς λειτουργούσαν οι άλλοι. Εμένα δεν με εξέφραζε κανένας χαρακτηρισμός. Πίστευα και πιστεύω στο άτομο που μπορεί να λειτουργεί μέσα σ΄ ένα σύνολο διαφορετικών οντοτήτων χωρίς ετικέτες. Ωστόσο, απ’ ό,τι θυμάμαι, είχε καθιερωθεί ο χαρακτηρισμός hippies για να υπάρχει η διαφορά από τους beatniks.

  • Μετά τα Μάταλα, βρεθήκατε στο Παρίσι και μάλιστα βιώσατε εκ του σύνεγγυς την πολιτική και κοινωνική αναταραχή που ξέσπασε στη Γαλλική πρωτεύουσα, τον Μάιο του 1968. Επόμενοι προορισμοί σας ήταν το Λονδίνο και το Άμστερνταμ. Στη Βρετανική πρωτεύουσα, φαντάζομαι πως το περιβάλλον (σκηνικό) θα ήταν τελείως διαφορετικό από αυτό των Ματάλων. Η κυρίαρχη ποπ κουλτούρα της νεολαίας στο Ηνωμένο Βασίλειο, από τα μέσα έως τα τέλη της δεκαετίας του 1960, έδινε έμφαση στον νεωτερισμό, στον ηδονισμό και την ατέρμονη διασκέδαση. Θα θέλατε να μας περιγράψετε σχετικά με το Swinging London και ειδικότερα για την ποπ-ροκ μουσική σκηνή που «ανθούσε» εκεί, ιδιαίτερα την εποχή που ζούσατε εσείς στην Αγγλία; 

 Έφυγα από την Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1967 μαζί με τον αδελφό μου τον Στέφανο, σε μια επεισοδιακή φυγή που δεν είναι της παρούσης. Πριν το Παρίσι έμεινα για ένα διάστημα στην Ιταλία, στη Ρώμη και το Τορίνο.

Ναι, τον Μάη του 1968 βρέθηκα στο Παρίσι. Εκεί βρέθηκα να συμμετέχω στις μέρες του Γαλλικού Μάη, πουλώντας εφημερίδες όπως η  L’ action et le Pave στη Σορβόνη.   Στην πρώτη μου ποιητική συλλογή «Το Ταξίδι», υπάρχει μια ενότητα επτά ημερών για εκείνες τις ημέρες. Για κάποιο λόγο άγνωστο τότε σε μένα, γνωστό όμως τώρα, βρισκόμουν πάντα σε καίρια σημεία, χωρίς ποτέ να το επιδιώκω. Η ζωή με πήγαινε εκεί που έπρεπε να πάω και να βρίσκομαι, για να βιώσω τη ζωή και να  πάρω τα δικά μου μαθήματα.

΄Έξω από την Σορβόνη πουλώντας τις εφημερίδες L’ action et le Pave

Στο Λονδίνο βρέθηκα το 1969. Εκεί απέκτησα και την κόρη μου. Για ένα διάστημα εργάστηκα στο Cafe des artistes, όπου κάθε βράδυ υπήρχε ζωντανή μουσική με διάφορα συγκροτήματα. Εκεί, συνάντησα τον Chris Spedding που τον παντρεύτηκα και έτσι είχα επαφή με τη μουσική σκηνή του Λονδίνου και με διάφορους γνωστούς μουσικούς της εποχής.

           Δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα. Μόνο ότι υπήρχε πολλή μουσική.

           Πήγαινα σε διάφορες συναυλίες και σε ροκ festivals. Θυμάμαι το Ronnie Scott’s jazz club, όπου έπαιζε ο Chris με τους Nucleus, Ian Carr, Carl  Jenkins. Θυμάμαι τον Jack Bruce από τους Cream, τον Andy Fraser από τους Free, τους Sharks, the Who κλπ. 

  • Στη συνέχεια, βρεθήκατε στο Άμστερνταμ. Υπάρχει, άραγε, κάποια «λεπτή κλωστή» που ενώνει αυτούς τους προορισμούς (Μάταλα – Παρίσι – Λονδίνο – Άμστερνταμ) στα ταξίδια σας;

Άμστερνταμ! Αγαπημένη πόλη. Ζωή ονειροβατώντας γύρω στα κανάλια, καταλήψεις σε εγκαταλελειμμένα κτίρια, το coffee shop στη Sint Nicolaas straat με τους Βραζιλιάνους να παίζουν το Berimbau  και να χορεύουν Capoeira, το Tea House με τους πολύχρωμους καναπέδες και τις άγριες καμμιά φορά στιγμές ανθρώπων που είχαν χάσει την αίσθηση της πραγματικότητας, το  Paradiso και το Melkweg με ζωντανή  μουσική και, μέσα σε όλα αυτά, αφύπνιση συνείδησης.

Η ταξιδιάρικη ψυχή οδηγεί το σώμα εκεί όπου θα πάρει τα μαθήματα, για να εξελιχθεί πνευματικά και να μπορέσει να γίνει έναυσμα μελλοντικής πνευματικής αφύπνισης για άλλους.

Αυτή, λοιπόν, η λεπτή κλωστή ήταν η δική μου λεπτή γραμμή των άστρων, που με οδήγησε στην τελευταία διαδρομή στο Άμστερνταμ, όπου η θάλασσα των Ματάλων με τους ήχους του Requiem  του Μότσαρτ και η εμπειρία του Φωτός στο Άμστερνταμ ολοκλήρωσαν αυτό που η ζωή ήθελε για μένα. Συνειδητοποίηση της ύπαρξης μου εδώ και τώρα σαν ένα ανεξάρτητο άτομο που βρίσκεται εδώ για ένα και μοναδικό σκοπό: Να μάθει την Αγάπη για τον εαυτό και τους άλλους.

Γιατί μόνο η αγάπη είναι το μέσο που διώχνει τον φόβο του θανάτου. Γιατί, όταν υπάρχει φόβος, δεν υπάρχει αγάπη. 

Η αγάπη είναι Φως.                                                                                                          

Το ταξίδι της ζωής είναι πορεία προς το Φως.

  • Κάποιοι δίσκοι και βιβλία που θα παίρνατε σήμερα μαζί σας σε ένα ερημικό νησί;

            Στο ερημικό νησί δεν χρειάζεσαι ούτε δίσκους ούτε βιβλία. Έχεις τον  εαυτό σου και όλο το Σύμπαν μαζί σου. Αλλά επειδή θα ήθελες να σου απαντήσω συμβατικά, θα σου έλεγα ότι θα ήθελα να ακούω το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ – που θα ήθελα να ακούγεται στη νεκρώσιμη ακολουθία, όταν πεθάνω. Όμως, ονειρεύομαι όταν ακούω Blues, Country music, Cat Stevens, Loreena McKennitt.

Όσο για βιβλία, φυσικά το «Ο Φτωχούλης του Θεού» του Καζαντζάκη,  αυτό που κουβαλούσα πάντα στο σακίδιο, στους δρόμους της φυσικής και πνευματικής μου αναζήτησης. Ίσως όμως και την «Ασκητική» και τον «Γλάρο Ιωνάθαν», βιβλία μεταφυσικής, βιβλία ποίησης (Μπλέικ, Έμερσον, Γουίτμαν). Είναι τόσα πολλά, όμως έρχεται η στιγμή που δεν είναι πια απαραίτητα.  Ο άνθρωπος χρειάζεται να αδειάσει από την επίκτητη γνώση και να έρθει σε επαφή με τον έσω εαυτό, γι’ αυτό η απομόνωση είναι απαραίτητη και ένα ερημικό νησί μπορεί να δώσει την ευκαιρία για απελευθέρωση.

  • Έχετε κάποιο προσωπικό απόφθεγμα και αν ναι, ποιο είναι αυτό;

«Εν οίδα ότι ουδέν οίδα» του Σωκράτη.

  • Μέχρι σήμερα έχετε εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές. Τελειώνοντας αυτή τη συνέντευξη, θα ήθελα να σας ζητήσω να μας αφιερώσετε ένα απόσπασμα από κάποια ποιητική σας συλλογή.

Κάτι απλό, από τη συλλογή «Στον Αιώνιο Εραστή», Αθήνα 1982         

Η εμπειρία φέρνει γνώση                                                                                          

η γνώση φέρνει σοφία                                                                                                  

η σοφία φέρνει ειρήνη                                                                                                 

η ειρήνη φέρνει ευτυχία                                                                                            

η ευτυχία φέρνει αγάπη                                                                                                             

η αγάπη φέρνει τους ανθρώπους μαζί.                                                   

Άμστερνταμ 1973

Ευχαριστώ πολύ για αυτή τη συνέντευξη!

Κι εγώ σ’ ευχαριστώ και να με συγχωρείς που δεν μπορώ να επεκταθώ σε λεπτομέρειες για κάποια πολύ σημαντικά γεγονότα. Είναι το είδος της συνέντευξης που δεν επιτρέπει πολύ προσωπικές πληροφορίες. Αυτές, όταν εκδοθεί η βιογραφία μου και όταν πρωτίστως, βέβαια, βρεθεί ο βιογράφος μου!!                                      

Αστειεύομαι, όπως αντιλαμβάνεσαι.

Προς το παρόν ας απολαύσουμε το ζοφερό παρόν μας, χωρίς φόβο και πάθος 

και να είμαστε όλοι καλά!


Scroll to Top